Μακρόστενα , αλλά όχι ομοιόμορφα. Η μυρωδιά χωρίς μνήμη και το σχήμα πανάρχαιο έως πρωτόγονο. Μετά, τα πιο μεγάλα που θυμίζουν περισσότερο από που προήλθαν τα αντικείμενα αυτά, τα οποία σε λίγο πρόκειται να κάψω. Όχι δεν έχει καμιά ιεροτελεστία εδώ. Ο πρωτόγονος, όταν πρωτοαντίκρισε το θαύμα (αν και δεν ήξερε ακόμα την έννοια του θεού ή της θεϊκής παρέμβασης) και εντυπωσιάστηκε, η άμεση αντίδραση θα ήταν να το επαναλάβει. Χτυπάς το σπίρτο και αμέσως η μυρωδιά της πυρίτιδας θυμίζει όλα εκείνα που οι περισσότεροι άνθρωποι του πόλεμου, θέλουν να ξεχάσουν. Ο πρώτος καπνός είναι μια σύγχυση και ακαταστασία. Όμως, η δομή του λικνίσματος ξεκινά να δημιουργείται και σιγά-σιγά ξεκινά και ο χορός. Χορεύουν αγκαλιά , η μια υπερπηδά την άλλη, θυμώνουν και ξεχωρίζουν, ώσπου να συμφιλιωθούν και να περικυκλώσουν. Η σύγχυση γίνεται συντονισμός και ήχος, σαν να πατάς σε ανθρώπινα οστά μέσα σε μια φωτισμένη από δάδες χριστιανική κατακόμβη. Γυρίζεις το κεφάλι αλλού, αλλά η θέρμη τώρα σε θέλει και σε περιτριγυρίζει. Δεν αντιστέκεσαι άλλο και γυρίζεις να χαθείς μέσα στο ξέφρενο χορό. Τώρα αντικρίζεις τα μοτίβα και μπορείς άθελά σου να προβλέψεις την επόμενη κίνηση. Η πρώτη σκέψη ίσως να ήταν τι άλλο μπορεί να κάνει κάποιος αφού ζεσταθεί και φωτιστεί. Ίσως πάλι όταν οι κινήσεις γίνονται προβλέψιμες, να γυρίζεις το κεφάλι σε όλα εκείνα τα περίεργα σχήματα πάνω στις επιφάνειες του χώρου. Σχήματα σαν φωνές θεατρίνων (σαν φωνές χορού αρχαίας τραγωδίας) που μιλούν για το ίδιο πάθος, αλλά με διαφορετικές εντάσεις. Η θέρμη ξαναθυμίζει ότι και είσαι ένα σώμα με επιφάνεια, αλλά με απύθμενο βάθος, καθώς η απορρόφηση προκαλεί μικρά ρίγη.
Αποκοιμιέσαι και ξεχνιέσαι.
Χάνοντας την θέρμη, ανοίγεις σιγά-σιγά τα μάτια και αντικρίζεις τις αποχρώσεις του πορτοκαλιού να προβάλλουν από χαραμάδες σαν δέρμα χεριού, που αναλώθηκε για χρόνια στα χωράφια ή απλά ο χρόνος το όργωσε ανελέητα. Πανικοβάλλεσαι για λίγο και δεν θέλεις το θαύμα να τελειώσει και ξεκινάς, βάζοντας περισσότερη ύλη και σπρώχνοντας, καταστρέφεις τις ρωγμές. Ελπίζεις και η ελπίδα γίνεται ένα πρώτο λίκνισμα, μετά την πρώτη σύγχυση. Και μετά, ξανά ο συντονισμένος χορός και οι αναγνώριση των χορικών μοτίβων. Και τέλος, ξανά το αγκάλιασμα της θέρμης. Νιώθεις να έχεις γυρίσει τον χρόνο πίσω, να έχεις την ευκαιρία να επαναλαμβάνεις τον χρόνο και εφησυχάζεσαι, καθώς χαζεύεις αδιάφορα τον χορό και τα σχήματα στις επιφάνειες. Ρίχνεις μέσα στο χορό όλες τις σκέψεις και καθώς αυτές εξιλεώνονται, νιώθεις ελαφρύτερος, αλλά κενός και μαυρισμένος. Παρατηρείς την στοίβα και σηκώνεσαι να φέρεις ακόμα λίγα. Η θέρμη σε αποχαιρετά και λούζεσαι τις άπειρες βελόνες, μικρές μικρές αλλά άπειρες, να προσπαθούν να μπουν από τους πόρους δέρματος σου. Αντιστέκεσαι, αλλά το κρύο πάντα περνά μέσα. Κινήσε γρήγορα και αποφασιστικά, διότι έτσι νιώθεις ότι δεν σε έχουν ξεγελάσει. Επιστέφεις, τα τοποθετείς δίπλα με μια χαρά βεβαιότητας ότι και πάλι θα κερδίσεις και θα αντιστρέψεις τον χρόνο. Όσο αντιστρέφεις τον χρόνο, οι βελόνες θα παραμένουν μακριά. Το λίκνισμα σε ξαναπροσκαλεί και εσύ συνεχίζεις να ρίχνεις εκεί όλες τις σκέψεις, παρανοϊκές ή λογικές, συνεχίζεις να ακούς τα σπασμένα οστά κάτω από τα πόδια σου και να νιώθεις, τόσο μα τόσο μόνος.
Χ.Λ. (Ο πρωτόγονος πριν αντιληφθεί ή συναντήσει άλλες ομάδες)